Μια δεκαετία υπερβολικά χαλαρής νομισματικής πολιτικής και αρνητικών επιτοκίων έχει αφήσει την παγκόσμια οικονομία αντιμέτωπη με ένα ιστορικό hangover χρέους. Καθώς οι κεντρικές τράπεζες αναγκάζονται να διατηρούν τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα για να καταπολεμήσουν τις επίμονες πληθωριστικές πιέσεις, το κόστος εξυπηρέτησης του κρατικού και εταιρικού χρέους διογκώνεται με ανεξέλεγκτους ρυθμούς. Οι αναπτυσσόμενες οικονομίες βρίσκονται αντιμέτωπες με σοβαρές κρίσεις στο ισοζύγιο πληρωμών, ενώ τα αναπτυγμένα έθνη βλέπουν τα δημοσιονομικά τους περιθώρια να συρρικνώνονται δραματικά. Το περιθώριο για λάθη πολιτικής έχει πλέον μηδενιστεί, απειλώντας να πυροδοτήσει συστημικές τραπεζικές αδυναμίες και μια παρατεταμένη περίοδο οικονομικής στασιμότητας.
Η ρίζα του προβλήματος εντοπίζεται στην περίοδο που ακολούθησε τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και την πανδημία. Η μαζική διοχέτευση ρευστότητας και τα μηδενικά επιτόκια ενθάρρυναν τον δανεισμό σε κάθε επίπεδο: από τις κυβερνήσεις και τις μεγάλες πολυεθνικές μέχρι τα νοικοκυριά. Όταν ο πληθωρισμός επέστρεψε επιθετικά, οι κεντρικές τράπεζες, με επικεφαλής την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αντέδρασαν με την ταχύτερη αύξηση επιτοκίων των τελευταίων δεκαετιών. Αυτή η απότομη αλλαγή του χρηματοπιστωτικού καθεστώτος αφαίρεσε το “φθηνό χρήμα” από την αγορά, ανατρέποντας τα επιχειρηματικά μοντέλα που βασίζονταν στην αέναη αναχρηματοδότηση των χρεών.
Για τον αναπτυσσόμενο κόσμο, η κατάσταση αυτή έχει εξελιχθεί σε μια υπαρξιακή κρίση χρέους. Πολλές αναπτυσσόμενες χώρες είχαν δανειστεί σε ξένο συνάλλαγμα, κυρίως σε δολάρια ΗΠΑ, εκμεταλλευόμενες τα χαμηλά επιτόκια του παρελθόντος. Η ενίσχυση του δολαρίου, σε συνδυασμό με τα υψηλότερα επιτόκια, αύξησε κατακόρυφα το κόστος αποπληρωμής αυτών των δανείων. Ως αποτέλεσμα, ένα σημαντικό μέρος των εθνικών τους εσόδων κατευθύνεται πλέον αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση των πιστωτών, αντί για επενδύσεις στην υγεία, την εκπαίδευση και τις υποδομές. Η αδυναμία αναδιάρθρωσης αυτών των χρεών μέσω διεθνών μηχανισμών παρατείνει την οικονομική τους ασφυξία.
Στις ανεπτυγμένες οικονομίες, το πρόβλημα εκδηλώνεται μέσω των δημοσιονομικών πιέσεων που δέχονται οι κρατικοί προϋπολογισμοί. Οι κυβερνήσεις καλούνται να διαθέσουν πρωτοφανή ποσά για την πληρωμή τόκων, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητά τους να ασκήσουν αντικυκλική οικονομική πολιτική ή να χρηματοδοτήσουν την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση. Η ανάγκη για δημοσιονομική πειθαρχία έρχεται σε άμεση σύγκρουση με τις κοινωνικές απαιτήσεις για στήριξη των εισοδημάτων απέναντι στην ακρίβεια. Αυτό το πολιτικό και οικονομικό δίλημμα εγκλωβίζει τις κυβερνήσεις σε έναν φαύλο κύκλο λιτότητας και χαμηλής ανάπτυξης.
Ο εταιρικός τομέας δεν μένει ανεπηρέαστος από αυτή τη νομισματική στενότητα. Οι λεγόμενες “εταιρείες-ζόμπι” (επιχειρήσεις που επιβίωναν μόνο χάρη στα εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια, χωρίς να παράγουν πραγματικό οικονομικό κέρδος) βρίσκονται πλέον στο χείλος της χρεοκοπίας. Η αύξηση των εταιρικών αθετήσεων πληρωμών ασκεί πιέσεις στο σκιώδες τραπεζικό σύστημα (shadow banking) και στα ταμεία ιδιωτικών επενδύσεων, τα οποία είχαν αναλάβει μεγάλο μέρος του επιχειρηματικού κινδύνου τα προηγούμενα χρόνια. Η μετάδοση αυτών των κραδασμών στο παραδοσιακό τραπεζικό σύστημα αποτελεί έναν διαρκή φόβο για τις ρυθμιστικές αρχές.
Οι κεντρικοί τραπεζίτες βρίσκονται παγιδευμένοι σε μια αντιφατική αποστολή. Από τη μία πλευρά, πρέπει να κρατήσουν τα επιτόκια αρκετά υψηλά ώστε να διασφαλίσουν ότι ο πληθωρισμός θα επιστρέψει σταθερά στον στόχο του 2%. Από την άλλη πλευρά, γνωρίζουν ότι η παρατεταμένη αυστηρή πολιτική μπορεί να προκαλέσει βαθιά ύφεση και να σπάσει τους αδύναμους κρίκους του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Αυτή η αναγκαστική ισορροπία σε τεντωμένο σκοινί καθιστά τις αποφάσεις τους εξαιρετικά ευάλωτες σε ξαφνικά σοκ της αγοράς, όπως μια γεωπολιτική κρίση που θα μπορούσε να αυξήσει εκ νέου τις τιμές της ενέργειας.
Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από την απώλεια της αποτελεσματικότητας των παραδοσιακών εργαλείων νομισματικής πολιτικής. Η ποσοτική σύσφιξη (Quantitative Tightening), δηλαδή η μείωση των ισολογισμών των κεντρικών τραπεζών μέσω της πώλησης ομολόγων, αποσύρει ρευστότητα από τις αγορές με τρόπο που δεν είναι πάντα προβλέψιμος. Η μεταβλητότητα στις αγορές ομολόγων έχει αυξηθεί, επηρεάζοντας άμεσα τις αποδόσεις και το κόστος δανεισμού για το σύνολο της οικονομίας.
Συμπερασματικά, η παγκόσμια οικονομία καλείται να προσαρμοστεί σε ένα περιβάλλον όπου το κεφάλαιο έχει πλέον πραγματικό κόστοs. Η εποχή του δωρεάν χρήματος έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Η διαχείριση των παγίδων χρέους και η σωστή πλοήγηση γύρω από τις άγκυρες των επιτοκίων θα καθορίσουν τη μακροοικονομική σταθερότητα για την επόμενη δεκαετία. Οι χώρες και οι επιχειρήσεις που θα επιδείξουν δημοσιονομική σύνεση και θα μειώσουν τη μόχλευσή τους θα καταφέρουν να εξέλθουν ενισχυμένες, ενώ εκείνες που βασίζονται στην ελπίδα μιας γρήγορης επιστροφής στα χαμηλά επιτόκια κινδυνεύουν με δομική απαξίωση.
Αυτά είναι ισως τα σημαντικότερα νέα για ειδησεις οικονομια , μετοχη και ειδησεις ενεργεια στην Ελλάδα.